Είναι γενικά αποδεκτό, υποθέτουμε, ότι η
πολιτική και οικονομική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στα χρόνια της
κρίσης έχει ανατρέψει πολλές από τις διαχρονικά εδραιωμένες στον χώρο της
ελληνικής κοινωνίας καταστάσεις.
Και σημαντικότερη όλων είναι ασφαλώς η κυρίαρχη
μέχρι πρότινος άποψη ότι οι πολιτικά ή οικονομικά ισχυροί (ή και τα δύο) δεν
διατρέχουν τον κίνδυνο να λογοδοτήσουν για πράξεις ή παραλείψεις μέσω των
οποίων αποκόμισαν οικονομικά οφέλη οι ίδιοι ή προσκείμενοι σ' αυτούς ή
συνεργαζόμενοι μαζί τους.
Η εξέλιξη ορισμένων υποθέσεων όπως του άλλοτε
πανίσχυρου Ακη Τσοχατζόπουλου ή του τέως δημάρχου Θεσσαλονίκης Β.
Παπαγεωργόπουλου σε ποινικό επίπεδο και ισχυρών παραγόντων της οικονομικής ζωής
σε φορολογικό αποτελεί την επιβεβαίωση ότι έχουν γίνει άλματα προς τη σωστή
κατεύθυνση. Μόνο που η θετική αυτή εξέλιξη δεν θα πρέπει απλώς να μην ανακοπεί,
αλλά θα πρέπει να συνεχιστεί και να παγιωθεί.
Γι' αυτό και έχουν
ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον
οποίο θα γίνει, οι διαστάσεις τις οποίες θα πάρει και οι δραστηριότητες με τις
οποίες θα ασχοληθεί η δικαστική διερεύνηση του τεράστιου σκανδάλου σε σχέση με
τις προμήθειες για τις Ενοπλες Δυνάμεις.
Δεν θα πρέπει να υπάρξει η παραμικρή
υποψία ότι μπορεί και να μην είναι μοναδικοί αρμόδιοι για την ανακριτική
διαδικασία και την αξιολόγηση των όποιων ευρημάτων προκύψουν οι δικαστικοί
λειτουργοί που χειρίζονται την υπόθεση.
Και πέραν αυτού η έρευνα δεν θα πρέπει να περιοριστεί στην πλευρά των
δωροδοκηθέντων, αλλά θα πρέπει να καλύψει και την πλευρά εκείνων που διακίνησαν
τις μίζες και διέφθειραν συνειδήσεις.
Πρώτοι αυτοί είναι που θα πρέπει να
λογοδοτήσουν, αν θέλουμε να σταλεί προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι, έστω και
καθυστερημένα, το ελληνικό κράτος είναι αποφασισμένο να λάβει όλες τις
αναγκαίες πρόνοιες ούτως ώστε να τιμωρούνται υποδειγματικά όποιοι και όσοι
λεηλατούν το δημόσιο χρήμα.
Η χώρα βιώνει μια
πρωτοφανή κρίση. Οι συνέπειές της
είναι οδυνηρές και αδιαμφισβήτητες. Αλλά αυτές ακριβώς οι συνέπειες ανατρέπουν
κατεστημένες λογικές και ακυρώνουν αποδεκτές επί δεκαετίες πρακτικές. Κι αυτό
το όφελος θα πρέπει οπωσδήποτε να προστατευτεί. Το έχουμε πληρώσει -και
συνεχίζουμε να το πληρώνουμε- πανάκριβα

